Loading Now
Κριτική Ταινίας: Crocodile (1996) του Κιμ Κι-ντουκ
Κριτική Ταινίας: Crocodile (1996) του Κιμ Κι-ντουκ

Κριτική Ταινίας: Crocodile (1996) του Κιμ Κι-ντουκ

Ο «Κροκόδειλος» είναι ένα πραγματικά εξαιρετικό ντεμπούτο και πιθανώς η καλύτερη ταινία για κάποιον να ξεκινήσει το «ταξίδι» στην φιλμογραφία του Κιμ Κι-ντουκ.

Η πρώτη ταινία του Κιμ Κι-ντουκ ήταν σίγουρα προάγγελος αυτού που θα ακολουθούσε, καθώς το enfant terrible του κορεατικού κινηματογράφου δεν δίστασε καθόλου στην απεικόνιση των ακραίων θεμάτων του.

«Κροκόδειλος» είναι το παρατσούκλι ενός πολύ βίαιου και κακοδιάθετου άστεγου, που ζει κάτω από μια γέφυρα του ποταμού Χαν. Εκεί μένει με δύο «συνεργάτες», ένα νεαρό αγόρι που ονομάζεται Γιανγκ-μπιουλ και έναν ηλικιωμένο που τον φωνάζουν Παππού, ο οποίος φαίνεται να μπορεί να επισκευάσει οτιδήποτε περνάει από τα χέρια του, από μοτοσικλέτες και καφετιέρες μέχρι πληγές που χρειάζονται ράψιμο. Ο Κροκόδειλος βγάζει τa προς το ζην με δύο τρόπους. Έχει τον Γιανγκ-μπιουλ να πουλάει τσίχλες σε ένα πάρκο, και κλέβει τα υπάρχοντα των ανθρώπων που αυτοκτονούν πέφτοντας στο ποτάμι. Ωστόσο, τα περισσότερα χρήματα που κερδίζει τα παίζει στα χαρτιά σε ένα ύποπτο παράρτημα. Μια μέρα σώζει μια γυναίκα, την Χιόν-τζεόνγκ, που πέφτει στο ποτάμι και, ως το θηρίο που είναι, αρχίζει αμέσως να τη βιάζει. Παρά τη μεταχείρισή της, αποφασίζει να μείνει μαζί τους. Όταν ο Κροκόδειλος προσπαθεί να ανακατευτεί στην ιστορία της ζωής της, όλη η παρέα μπλέκει σε μεγάλα προβλήματα.

Ο Κιμ Κι-ντουκ σκηνοθετεί μια άλλη βίαιη, αλλά γεμάτη νόημα ταινία, καθώς επικεντρώνεται στους χαρακτήρες του και ιδιαίτερα στον Κροκόδειλο. Ο κύριος ήρωας της ταινίας συμβολίζει την απελπισία του κόσμου, αφού, παρόλες του τις προσπάθειες, δεν μπορεί να ξεπεράσει τη φύση του, που τον οδηγεί να προσπαθεί να βιάζει γυναίκες και να τζογάρει όλα τα χρήματά του, και να χάνει και στις δύο περιπτώσεις. Με αυτόν τον τρόπο, ο βίαιος χαρακτήρας του δικαιολογείται κάπως, αλλά ο Κιμ δεν αφήνει το κοινό να τον συμπαθήσει ούτε για ένα λεπτό, καθώς η αγριότητά του στρέφεται προς μια γυναίκα, έναν ηλικιωμένο άνδρα και ένα παιδί. Επιπλέον, όποτε πρέπει να αντιμετωπίσει έναν αντίπαλο στο δικό του μέγεθος και ηλικία, καταλήγει ξυλοκοπημένος, σε μια επαναλαμβανόμενη πράξη που αποδεικνύει ότι μπορεί να κατευθύνει τη βία του μόνο προς τους προαναφερθέντες, σε αυτόν τον σκληρό κόσμο όπου «ο ένας τρώει τον άλλο». Τέλος, όταν αποφασίζει να ενεργήσει ευγενικά, τιμωρείται ακόμη περισσότερο, όπως και οι «φίλοι» του.

Με αυτόν τον τρόπο, ο Τσο Τζε-χιουν (ο πιο τακτικός ηθοποιός του Κιμ) απεικονίζει τον Κροκόδειλο με τον κλαύτερο τρόπο, ως έναν άνθρωπο που μπορεί να εκφράσει τα συναισθήματά του μόνο μέσω της βίας. Ο Τσο φαίνεται να ενσαρκώνει την ουσία των χαρακτήρων που ο Κιμ συνήθως θέλει να παρουσιάσει, και ο «Κροκόδειλος» δεν αποτελεί εξαίρεση.

Η παράξενη ρομαντική σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ του Κροκόδειλου και της Χιόν-τζεόνγκ θα μπορούσε εύκολα να παρεξηγηθεί ως μισογυνισμός, καθώς η γυναίκα αποφασίζει να μείνει και ακόμη ξεκινά μια σχέση με κάποιον που την βιάζει συνεχώς. Αυτό όμως δεν ισχύει. Για τον Κιμ Κι-ντουκ, η αγάπη και το μίσος είναι δύο αξεδιάλυτες έννοιες, με τους χαρακτήρες του να αισθάνονται και τα δύο προς τους ανθρώπους γύρω τους, σε μια τάση που πηγάζει από τον τρόπο που αισθάνονται για τον εαυτό τους. Αυτό το στοιχείο είναι εμφανές και στους δύο χαρακτήρες.

Ο ρυθμός της ταινίας είναι λίγο πιο γρήγορος από το συνηθισμένο στις ταινίες του Κιμ Κι-ντουκ, ιδιαίτερα κατά το πρώτο μέρος (πριν ο Κροκόδειλος αποφασίσει να ενεργήσει ευγενικά), με κάποια απότομα, σχεδόν ξαφνικά μοντάζ από τον Παρκ Κοκ-τζι. Στο δεύτερο μέρος, ο ρυθμός επιβραδύνεται λίγο, αλλά το μοντάζ παραμένει το ίδιο. Η φωτογραφία του Λι Ντονγκ-σαμ είναι εκπληκτική, καθώς απεικονίζει διάφορα αστικά τοπία με ρεαλισμό, ενώ οι υποβρύχιες λήψεις είναι πραγματικά περίτεχνες, με την τελική να είναι σίγουρα η πιο εντυπωσιακή και η πιο σοκαριστική.

Ο «Κροκόδειλος» είναι ένα πραγματικά εξαιρετικό ντεμπούτο και πιθανώς η καλύτερη ταινία για κάποιον να ξεκινήσει το «ταξίδι» στην φιλμογραφία του Κιμ Κι-ντουκ.